βαρίδι

Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 240 μ., 54 κάτ.) της Άνδρου. Βρίσκεται στο βόρειο άκρο του νησιού. Υπάγεται διοικητικά στο δήμο Υδρούσας του νομού Κυκλάδων.
* * *
το (Α βαρύδιον και βαρύλλιον)
νεοελλ.
1. το κινητό αντίβαρο της ζυγαριάς ή της πλάστιγγας
2. η στάθμη, το ζύγι των οικοδόμων
3. το εκκρεμές του ρολογιού
4. το γλωσσίδι του κουδουνιού
5. το βάρος που κρέμεται από το στημόνι του αργαλιού για να το κρατά τεντωμένο
6. στον πληθ. τα δύο μετάλλινα βάρη του εκκρεμούς του ρολογιού
7. οι όρχεις
αρχ.
στον πληθ. μέτρο βάρους υγρών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το νεοελλ. βαρίδι < βάρος + (υποκορ. κατάλ.) -ίδι, το δε αρχ. βαρύλλιον < βάρος + (υποκορ. κατάλ.) -ύλλιον (πρβλ. δασύλλιον < δάσος, δενδρύλλιον < δένδρον, ειδύλλιον < είδος, επύλλιον < έπος κ.ά.). Τέλος, ο τ. βαρύδιον είναι εσφαλμένη γραφή αντί βαρύλλιον].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βαρίδι — το 1. μικρό βάρος που κρέμεται από νήμα ή λεπτή αλυσίδα, για να τραβά προς τα κάτω: Το βαρίδι του εκκρεμούς. 2. το αντίβαρο της ζυγαριάς, τα σταθμά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βάριδι — βά̱ριδι , βᾶρις Et.Gud. fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζυγός — Συσκευή με την οποία μπορούμε να κρίνουμε την ισορροπία μεταξύ μιας γνωστής δύναμης και μιας άγνωστης για να οδηγηθούμε έτσι από τη γνώση του μεγέθους της μίας στον προσδιορισμό του μεγέθους της άλλης. Με την πιο κοινή έννοια, στον όρο ζ.… …   Dictionary of Greek

  • καθετή — Εργαλείο ψαρέματος που αποτελείται από τεχνητό νήμα (πετονιά), ένα μεταλλικό βαρίδι και πολλά αγκίστρια σε απόσταση 25 40 εκ. μεταξύ τους. Κατά το παρελθόν συνήθιζαν να κατασκευάζουν την κ. από τρίχες ουράς αλόγων. Χρησιμοποιείται κυρίως για το… …   Dictionary of Greek

  • κόπωση — Καταπόνηση· κούραση. (Ιατρ.) Κατάσταση κατάπτωσης των ικανοτήτων της αντίληψης, της προσοχής, της ψυχοκινητικής δραστηριότητας και της αντίδρασης σε εξωτερικά ερεθίσματα, που φυσιολογικά ακολουθεί μια παρατεταμένη προσπάθεια, σωματική ή… …   Dictionary of Greek

  • μολυβήθρα — η·1. τεμάχιο μολύβδου, βαρίδι, που προσαρμόζεται στο άκρο τής ορμιάς και στη βάση τών διχτιών για ευχερέστερη καταβύθιση στο νερό 2. το βαρίδι τής στάθμης τών χτιστών 3. η καντηλήθρα 4. μολύβδινο έλασμα με το οποίο περιέβαλλαν τον πυριτόλιθο στα… …   Dictionary of Greek

  • σηκός — Το μέρος του αρχαίου ελληνικού ναού όπου τοποθετούσαν το άγαλμα του θεού. Λέγεται επίσης και το κοίλωμα τοίχου για την τοποθέτηση αγάλματος. Με τον όρο σ. εξυπονοείται και ο κυρίως ναός. Στους αρχαίους ναούς ο σ. χωριζόταν σε δύο μέρη… …   Dictionary of Greek

  • Verwaltungsgliederung von Andros — Die Gemeinde Andros (griechisch Δήμος Άνδρου) wurde auf Grund des Kallikratis Programms aus den drei Vorgängergemeinden der griechischen Insel Andros zum, 1. Januar, 2011 gebildet. Sie umfasst die gesamte Insel, Verwaltungssitz ist die Stadt …   Deutsch Wikipedia

  • ακροβόλι — το μολυβένιο βαρίδι που κρεμούν στην πετονιά, κοντά στο τελευταίο αγκίστρι, για να βυθίζεται μέσα στη θάλασσα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ακρο (Ι) + βόλι] …   Dictionary of Greek

  • αλιεία — Πλουτοπαραγωγικός πόρος μιας χώρας που προέρχεται από τη συλλογή και την εμπορία ψαριών. Δραστηριότητα του ανθρώπου που αποβλέπει στη θήρα ψαριών και άλλων ειδών που ζουν μέσα στα νερά. Η δραστηριότητα αυτή είναι πανάρχαια –μόνη προγενέστερή της… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.